6-7-8 Οκτωβρίου στη Σάμο

1955 Έκδοση Πυθαγόρας                      pytha

Το επόμενο Π-Σ-Κ θα βρίσκομαι στη Σάμο για μια σειρά εκδηλώσεων αφιερωμένων στον Πυθαγόρα, τα μαθηματικά και την τέχνη.

Παρασκευή απόγευμα: Προβολή της ταινίας του Σωτήρη Τσαφούλια Έτερος Εγώ στο Βαθύ.

Σάββατο πρωί: Ομιλία στο Πανεπιστήμιο (στο Καρλόβασι) με θέμα Πυθαγόρας: Μύθοι και αλήθειες. Στη συνέχεια συνάντηση με τη λέσχη ανάγνωσης του Γυμνασίου Καρλοβασίων.

Σάββατο απόγευμα: Παρουσίαση του βιβλίου «Σφαιρικά κάτοπτρα επίπεδοι φόνοι» στο Βαθύ.

Με την ευκαιρία, αναδημοσιεύω ένα μικρό μου διήγημα, που είχε δημοσιευθεί το 2010 στο LIFO (http://www.lifo.gr/mag/features/2215) με τίτλο «Παραχειμάζων εν τη Σάμω». Ήταν τα πρώτα χρόνια του μνημονίου…

Παραχειμάζων εν τη Σάμω

του Τεύκρου Μιχαηλίδη.

 Περιοδικό Lifo

Τεύχος 210, 8-7-2010, σελ. 56 –  57

The Summer Fiction collection

 

….Παραχειμάζων δε Όμηρος εν τη Σάμω, ταις νουμηνίαις προσπορευόμενος προς τας οικίας τας ευδεμονεστάτας, ελάμβανε τι αείδων τα έπεα τάδε …

Ο καταπέλτης του Ρομίλντα βρόντηξε δυνατά πάνω στην τσιμεντένια προβλήτα. Το μπουλούκι με τους αγουροξυπνημένους ταξιδιώτες ξεχύθηκε στην προκυμαία. Δυο τρία αυτοκίνητα, μερικές μηχανές και καμιά τριανταριά επιβάτες. Ήταν αρχές του Απρίλη κι η τουριστική περίοδος δεν είχε ακόμα ξεκινήσει. Χώρια από μια παρέα ξένων, δυο μακρυμάλληδες νεαρούς με μπράτσα γεμάτα τατουάζ και τρία κοριτσόπουλα με μια υποψία κουρελιασμένου τζην γύρω από τους γοφούς και μισή ντουζίνα χαλκάδες περασμένους σ’ όλα τα μέρη του κορμιού τους, οι υπόλοιποι επιβάτες ήταν ντόπιοι. Τελευταίος, βαδίζοντας με αργά κουρασμένα βήματα, κατέβηκε κι ο Φάνης. Όλα του τα μέλη πονούσαν από τη δύσκολη νύχτα στην άβολη πολυθρόνα του σαλονιού της τρίτης θέσης. Όμως εκείνο που βάραινε περισσότερο τα πόδια του ήταν το απόλυτο κενό που απλωνόταν μπροστά του.

Ακούμπησε δίπλα του τη βαλίτσα και στάθηκε στην προκυμαία σα χαμένος μέσα στην πρωινή αχλή. Ίσα που είχε αρχίσει να χαράζει. Όσοι Καρλοβασιώτες δεν είχαν πάει στα χωράφια ήταν ακόμα κοιμισμένοι. Ένα μονάχα καφενεδάκι είχε ανοίξει, προσδοκώντας να προσελκύσει τη λιγοστή πελατεία των καινουργιοφερμένων.

Εκεί απευθύνθηκε ο Φάνης για πληροφορίες. Το λεωφορείο έφευγε στις 8. Είχε δυο ώρες και κάτι στη διάθεσή του. Ευχαρίστως θα έπινε έναν καφέ. Όταν όμως έχεις μόνο λίγα μικρά χαρτονομίσματα στην τσέπη και καμιά προοπτική για τίποτα άλλο, μετράς ακόμα και το κόστος του καφέ.

Ο ήλιος ξεπρόβαλε μέσα από τη θάλασσα βάφοντας χρυσαφιά τα γαλάζια κύματα και ζεσταίνοντας τα μουδιασμένα μέλη του, όχι όμως και την καρδιά του. Κάθισε σ’ ένα απ’ τα παγκάκια της προκυμαίας. Μέσα σε εννιά μήνες –  όσο χρειάζεται μια μάνα για να δημιουργήσει μια νέα ζωή στα σπλάχνα της –  η δική του ζωή είχε καταστραφεί.

Αρχές Ιουλίου του περασμένου χρόνου ο Αγγελάκος, ιδιοκτήτης και γενικός διευθυντής του Προτύπου Εκπαιδευτηρίου, του είχε ανακοινώσει την απόλυσή του. «Συμπληρώνεις δωδεκαετή υπηρεσία και δικαιούσαι ελάφρυνση προγράμματος και μισθολογική αναβάθμιση. Συνεπώς μου είναι ασύμφορο να σε κρατήσω», του είπε χωρίς περιστροφές. «Άλλωστε είμαι πολύ δυσαρεστημένος μαζί σου. Οι γονείς διαμαρτύρονται για τη βαθμολογία σου. Άκου μόνο 17 στο γιο του εφοπλιστή … που έχει τρία παιδιά στο σχολείο μας! Μαθηματικά στο γυμνάσιο διδάσκεις, όχι στον Αϊνστάιν!»

Έτσι ο Φάνης είχε την ιδιαίτερη τιμή να είναι το πρώτο θύμα της Άννας  Διαμαντοπούλου που μέσα σε μια νύχτα, οχυρωμένη πίσω από το σκιάχτρο του ΔΝΤ, είχε καταφέρει να μετατρέψει τους δασκάλους σε δουλοπάροικους. Με τα τέσσερα μηνιάτικα της αποζημίωσης – ακόμα και οι νόμοι του Λοβέρδου του αναγνώριζαν περισσότερα, άντε όμως να βρεις το δίκιο σου σ’ ένα κράτος όπου οι δικαστές παίζουν στο άλλο γήπεδο – ο Φάνης τα έβγαλε πέρα για οκτώ μήνες. Σ’ αυτό το διάστημα έτρεξε παντού, σε σχολεία, σε φροντιστήρια, σε τεχνικές σχολές… Δήλωσε πρόθυμος να κάνει οποιαδήποτε δουλειά. Υπάλληλος, πλασιέ, μπογιατζής… Τίποτα…

Όταν στα μέσα του Φλεβάρη διαπίστωσε ότι τον άλλο μήνα δε θα είχε να πληρώσει ούτε το νοίκι, πήρε τη μεγάλη απόφαση. Μάζεψε σ’ ένα μπαούλο τα λιγοστά του υπάρχοντα, τα εμπιστεύτηκε σ’ ένα φίλο και πήρε το καράβι για τη Σάμο. Εκεί, στους Βουρλιώτες, στα μισά του δρόμου ανάμεσα Καρλόβασι και Βαθύ, ήταν το πατρικό του: ένα εγκαταλειμμένο σπιτάκι με κεραμίδια, τριγυρισμένο από ένα περιβόλι.

Από τότε που είχε χάσει τους γονείς του, ο Φάνης δεν είχε πατήσει πόδι στη Σάμο. Μεγαλωμένος στα Πατήσια, δεν είχε ποτέ σκεφτεί πως μπορούσε να έχει  ρίζες αλλού πέρα από την οδό Λευκωσίας. Την εμμονή των γονιών του, να πηγαίνουν κάθε χρόνο το νησί και να κάνουν κάθε τόσο εργασίες συντήρησης στο σπίτι του χωριού, την έβλεπε σαν μια ανώδυνη γραφικότητα. Κι όμως αυτοί οι ραγισμένοι τοίχοι με την ξεφτισμένη μπογιά, αυτή η στέγη που κατά πάσα πιθανότητα θα έσταζε, αυτά τα λίγα τετραγωνικά φυτεμένα με λιόδεντρα, συκιές και κλήματα ήταν πια το μόνο που του είχε απομείνει για να τον κρατά, προς το παρόν τουλάχιστον, μισό σκαλοπάτι πάνω από την κατάσταση του άκληρου.

Καθισμένος πλάι στο παράθυρο του μισοάδειου λεωφορείου, ο Φάνης χάζευε πότε τις παραλίες που διαδέχονταν η μια την άλλη και πότε, απ’ την απέναντι μεριά, τα πεύκα, τα πλατάνια και τ’ αμπέλια που εναλλάσσονταν πάνω στις μαλακές πλαγιές του βουνού. Ούτε τα σμαραγδένια νερά, ούτε ο μυρωμένος θαλασσινός αέρας, ανάμεικτος με τις ανοιξιάτικες οσμές απ’ τις συκιές και τ’ αγριολούλουδα μπόρεσαν να φτιάξουν τη διάθεση του Φάνη.

Λίγα μέτρα πριν από την ξακουστή παραλία του Τσάμπου το λεωφορείο άφησε τον κύριο δρόμο κι άρχισε να ανεβαίνει αγκομαχώντας προς το βουνό. Απότομα, ξεπρόβαλε μπροστά του το χωριό και λίγο πιο πάνω το ρημαγμένο κάστρο της Λουλούδας. «… Η Λουλούδα, η κόρη του παπά», του αφηγούταν όταν ήταν μικρός η μάνα του, «πήγαινε κάθε μέρα στο κάστρο ν’ αγναντέψει τη θάλασσα. Όμως τα ξωτικά του βουνού ζηλέψανε τη νιότη και την ομορφιά της· άξαφνα ο τόπος πλημμύρισε απ’ όλες της άνοιξης τις μυρωδιές· όλα του λόγκου τα φυτά στείλαν το πιο μεθυστικό τους άρωμα στης κόρης τα ρουθούνια· κι εκείνη λιγοθύμησε κι έπεσε και τσακίστηκε στη ρεματιά…». Ο Φάνης χαμογέλασε πικρά. Μήπως αυτό ήταν η λύση;

Το λεωφορείο τον άφησε στην πλατεία του χωριού. Βιαστικά, από φόβο μήπως του πιάσει κανένας την κουβέντα, ο Φάνης άρπαξε τη βαλίτσα του κι άρχισε να ανηφορίζει το δρομάκι που οδηγούσε προς το πατρικό του. Η σκουριασμένη αυλόπορτα έσκουξε με παράπονο καθώς την άνοιξε. Στάθηκε καταμεσίς στο περιβόλι και κοίταξε γύρω του. Οι ελιές, αν και πνιγμένες στην παραφυάδα, ήταν γεμάτες άνθη. Η κληματαριά, χρόνια ακλάδευτη, ήταν γεμάτη νεαρά τσαμπιά με άγουρες ακόμα ρώγες σαν το κεφάλι της καρφίτσας. Οι συκιές κατάφορτες κι αυτές. Μέτρησε με το μάτι το μέχρι χτες περιφρονημένο βιος του, το μοναδικό του βιος.

Χωρίς να ξέρει το γιατί έσκυψε και πήρε στα χέρια του δυο σβόλους χώμα. Η τραχιά αίσθηση στο δέρμα του ήταν ευχάριστη. Τους έσφιξε στις χούφτες του κι ένιωσε να τον πλημμυρίζει ένα παράξενο συναίσθημα, μια πρωτόγνωρη δύναμη. Σαν μια φευγαλέα οπτασία πέρασαν μπρος από τα μάτια του οι φάλαγγες των ξεκληρισμένων που διωγμένοι από τα βάθη της Μικρασίας, τις αρχαίες Κλαζομενές, είχαν βρει μια νέα πατρίδα σε τούτον εδώ τον τόπο. Ένιωσε το πείσμα τους να τον κυριεύει. Όχι. Δε θάχε την τύχη της Λουλούδας. Σαν τον Ανταίο κι αυτός θ’ αντλούσε νέα ζωή από τη γη, τη μάνα του.

http://www.lifo.gr/mag/features/2215

 

 

Advertisements

Calculus ratiocinator: Τα μαθηματικά στη λογοτεχνία της παραβατικότητας

Με πολλή χαρά αποδέχθηκα την ευγενική πρόσκληση του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου να μιλήσω την Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου (ώρα 18:15) για τη συνάντηση των μαθηματικών με την αστυνομική λογοτεχνία. Το σχετικά πρόσφατο λογοτεχνικό γένος της μαθηματικής μυθοπλασίας έχει αρκετές φορές ενδυθεί τη φόρμα του crime fiction για παράδειγμα στην Ακολουθία της Οξφόρδης του Martinez ή στην Αφοσίωση του υπόπτου Χ του Higashino. Αρκετές δικές μου δουλειές κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση: Τα Πυθαγόρεια Εγκλήματα, αρκετές από τις ιστορίες της Όλγας Πετροπούλου και το τελευταίο μου Σφαιρικά κάτοπτρα, επίπεδοι φόνοι. Είναι ευκαιρία για μένα να βρεθώ ξανά για λίγες μέρες στην πατρίδα, να συναντήσω αγαπημένους φίλους και να κουβεντιάσω γι’ αυτό το ενδιαφέρον θέμα.

%ce%ba%cf%8d%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%82

Αρέσει σε %d bloggers: